Ο ρόλος της ιδεολογίας στην ιστορία της Ρωσίας


Ο ρόλος της ιδεολογίας στην ιστορία της Ρωσίας – Βυζάντιο, Πανσλαβισμός, Κομμουνισμός

 

  «[…] Πες στον αγαπητό σου γέροντα Μπουτόβσκι, ότι εγώ με αληθινή ευχαρίστηση διαβάζω το βιβλίο του για τους ολυμπιακούς αγώνες – πρώτον είναι ενδιαφέρον από μόνο του, και δεύτερον όλη η μπροσούρα είναι γραμμένη σε ευμενές πνεύμα και αμερόληπτα, κάτι που για ‘μενα είναι ιδιαίτερα ευχάριστο επειδή, γενικά σε μας [στην Ρωσία] είναι καθιερωμένο να βρίζουμε και να βλέπουμε όλα στην Ελλάδα με μια δόση εχθρότητας. […]»[1].

 

Στην ιστορία της Ρωσίας η ιδεολογία κατέχει μείζονα θέση, καθώς η ύπαρξη του κράτους, των δομών και λειτουργιών του,  κάθε φορά, καθοριζόταν από την κυρίαρχη ιδεολογία της κάθε περιόδους.  Τέτοιες μπορούμε να διακρίνουμε (κυρίως) τρεις: τη βυζαντινή, την πανσλαβιστική και την κομμουνιστική.

Η ανάπτυξη του πολιτικού συστήματος του Κράτους των Ρως μετά τον εκχριστιανισμό, σε γενικές γραμμές αντιστοιχούσε στο δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο εκείνης της εποχής, το κύριο γνώρισμα του οποίου ήταν οι διάφορες κρατικές οντότητες, ή μορφώματα τα οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής τους παρουσίας επιχειρούσαν να υπερασπίσουν και έτσι να διατηρήσουν την κυριαρχία τους και τα δικαιώματα επί των εδαφών και των ανθρώπων που συνιστούσαν κάθε ένα από αυτά.

Το πρότυπο αυτού του πολιτικού μοντέλου ήταν οι αρχαιοελληνικές πόλεις οι οποίες είχαν ως βασικό χαρακτηριστικό την αυθυπαρξία ενός πολιτικού κέντρου για κάθε μία από αυτές ενώ όλες μαζί συνιστούσαν το σύνολο του τότε ελληνικού κόσμου.

Από τον 10ο αιώνα, υπό την επήρεια του προτύπου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας άρχισε στη Δυτική Ευρώπη η διαδικασία σχηματισμού της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (962-1806). Στην Ανατολική Ευρώπη παρόμοιες διαδικασίες θα ξεκινήσουν από τα μέσα του 15ου αιώνα, αλλά στο διάστημα αυτό το Κράτος των Ρως κατακτήθηκε από τους Μογγόλους και βρέθηκε για δύο αιώνες υπό το ζυγό της Χρυσής Ορδής. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε, ότι το ρωμαϊκό μοντέλο δεν προϋποθέτει την ύπαρξη άλλων πολιτικών κέντρων επιρροής. Αυτό το πρότυπο το επιδίωκαν οι περισσότεροι αυτοκράτορες της Δυτικής Ευρώπης.

Κατά την περίοδο του μογγολοταταρικού ζυγού παρατηρείται βαθμιαία εξασθένηση των χαρακτηριστικών του δυτικοευρωπαϊκού μοντέλου (όπως αυτό περιγράφεται παραπάνω) στο Κράτος των Ρως. Η απελευθέρωση απ’ αυτό το ζυγό συμπίπτει με την αρχή της διαμόρφωσης του νέου πολιτικού μοντέλου, το οποίο φαίνεται ότι δέχεται βαθειά επιρροή από την υστερορωμαϊκή ή -όπως συνηθίζετε να την αποκαλούν- βυζαντινή ή ανατολικορωμαϊκή ιδεολογία. Αυτή συνέδεε το ρωμαϊκό πολιτικό υπόδειγμα με τον Χριστιανισμό. Οι Ρως εισήλθαν σ’ αυτή την περίοδο με τον γάμο του Ιωάννη Γ΄ με την Ζωή Παλαιολογίνα, η οποία έφερε μαζί της ως προίκα το σύμβολο αυτής της ιδεολογίας. τον δικέφαλο αετό.

Από εκείνη την περίοδο ανοίγει μία νέα σελίδα στην ιστορία του ρωσικού κράτους: επί του Ιωάννη Δ΄ -ο επονομασθείς και Τρομερός- από Μεγάλο Πριγκιπάτο της Μόσχας που ήταν μετεξελίχθηκε στο Ρωσικό Βασίλειο[2]. Τότε έγινε και η οριστική υιοθέτηση του υστερορωμαϊκού -βυζαντινού- πολιτικού μοντέλου και η εγκατάλειψη του δυτικοευρωπαϊκού.

Η διαδικασία της διαμόρφωσης του νέου κράτους υπό την επιρροή της βυζαντινής ιδεολογίας ολοκληρώθηκε κατά την περίοδο της κυριαρχίας του Πέτρου του επονομαζόμενου Μεγάλου. Αυτός ανεβαίνοντας στον θρόνο δέχθηκε τον τίτλο του Ηγεμόνα, Βασιλεία και Μεγάλου Πρίγκιπα των Ρως, ενώ στο απόγειο της βασιλείας του έλαβε από την γερουσία τον τίτλο του Αυτοκράτορα πάσης Ρωσίας[3], σηματοδοτώντας μ’ αυτόν τον τρόπο το πέρασμα στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι η ονομασία Ρωσία είναι μέρος της βυζαντινής παράδοσης, καθώς έτσι στο Βυζάντιο ήταν γνωστό το Κράτος των Ρως[4].

Η μετά από αυτά ανάπτυξη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας υπήρξε ραγδαία χάρη στο γεγονός ότι ενσωμάτωσε τέτοια γνωρίσματα του ρωμαϊκού προτύπου όπως η διαρκής εδαφική εξάπλωση, η μη κληρονομική διαδοχή στο θρόνο, η εξέλιξη στα δημόσια αξιώματα βάσει των αξιολογικών κριτήριων και ανεξαρτήτως καταγωγής και θρησκεύματος, η εισροή διακεκριμένων σε διάφορους τομείς αλλοδαπών, η θρησκευτική  ελευθερία κ.ά.

Πανσλαβισμός

Το επίπεδο αυτής της ανάπτυξής έφτασε στο σημείο ώστε ο γαλλικός πολιτισμός έγινε πολιτισμός της ρωσικής αριστοκρατίας. Αλλά, η εισβολή του Ναπολέοντα στην Ρωσία, η επική Μάχη του Μποροντινό, η παράδοση και η ακόλουθη  αποτέφρωση της Μόσχας, η υποχώρηση και καταστροφή της Μεγάλης Στρατιάς που επέτρεψε τελικά την κατάληψη του Παρισιού, αποτέλεσαν σημείο καμπής, μετά από το οποίο στην Ρωσία άρχισε η εκτροπή από την διαμόρφωση της υπερεθνικής ρωσικής ταυτότητας προς την αναζήτηση της αυτής εθνικής. Παράλληλα, με τον εξωτερικό παράγοντα καθοριστικό (η εισβολή του Ναπολέοντα) ρόλο στην διαδικασία αυτή έπαιξε η εξέγερση των Δεκεμβριστών.

Ακριβώς από εκείνη την περίοδο στην Ρωσία αρχίζει η εποχή της διαμόρφωσης και αργότερα της επιβολής του Πανσλαβισμού ως κυρίαρχης ιδεολογίας. Φορείς της θα γίνουν οι Σλαβόφιλοι στους κύκλους των οποίων αναπτύχθηκε στη συνέχεια ο ρωσικός εθνικισμός και ο ρωσικός σωβινισμός.

Παρ’ όλο που η ιδεολογία του Πανσλαβισμού βρήκε πρόσφορο έδαφος στην Ρωσία, πρέπει να σημειώσουμε ότι η ιδεολογία αυτή είναι πολιτικό παράγωγο της ιστορικά εχθρικής προς την Ρωσία ιδεολογίας, και συγκεκριμένα του Καθολικισμού.

Πρώτος πανσλαβιστής ήταν ο καθολικός ιεραπόστολος Γιούρι Κριζάνιτς, με καταγωγή από την Κροατία, οποίος προπαγάνδιζε την ιδέα της ενότητας των σλαβικών λαών. Ο Κριζάνιτς ήταν απόφοιτος του Ελληνικού Κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου, το οποίο ιδρύθηκε από το Βατικανό για να υπηρετήσει την προπαγάνδα της Ουνίας ανάμεσα στους οπαδούς της ελληνικής πίστης.

Ας παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήθηκε ο προσηλυτισμός στην Ουνία (Καθολική Εκκλησία). Ιδρύεται ένα κολλέγιο, κατ’ όνομα «Ελληνικό» το οποίο στρέφεται ουσιαστικά κατά της πίστης των Ελλήνων που είναι γνωστό σε όλους ότι είναι η Ορθοδοξία. Το μοντέλο αυτό είναι επίκαιρο και σήμερα όταν δημιουργούνται «ανεξάρτητοι» οργανισμοί για την απομείωση της κυριαρχίας των ανεξάρτητων αλλά και ανεπιθύμητων κρατών.

 Το 1659 ο Κριζάνιτς πήγε στη Μόσχα για να υπηρετήσει στην αυλή του τσάρου. Σύντομα, λόγω της στάσης του στα εκκλησιάστηκα ζητήματα εξορίστηκε στο Τομπόλσκ της Σιβηρίας όπου έγραψε τα κύριο έργο του, την πραγματεία «Πολιτική». Το βασικό μήνυμά του ήταν η απελευθέρωση όλων των σλαβικών λαών από το ξένο ζυγό και η ένωσή τους σε ένα κράτος. Ο Πανσλαβισμός του Κριζάνιτς προϋποθέτει τη συγκρότηση ενός κράτους βάσει της σλαβικής εθνοφυλετικής ταυτότητας. Αυτό αυτόχρημα σημαίνει ότι ο ακρογωνιαίος λίθος της ιδεολογίας του  Πανσλαβισμού είναι η αρχή του διαχωρισμού από τους άλλους λαούς. Βρίσκεται δηλαδή στον αντίποδα της  βυζαντινής ιδεολογίας η οποία βασίζεται στην αρχή της διαμόρφωσης του κράτους μέσω της ενοποίησης των λαών, με μία ενιαία, υπερεθνική, κοινωνικοπολιτική ταυτότητα. Επομένως, κατ’ ουσίαν ο Πανσλαβισμός ήταν εξ’ αρχής αντίθετος με τη βυζαντινή ιδεολογία, δηλαδή αυτή που διαμόρφωσε τη Ρωσία μέσω της ενσωμάτωσης και ενοποίησης και των λαών, μετατρέποντάς την από περιφερειακό κράτος σε μεγάλη αυτοκρατορία. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Πανσλαβισμός έθεσε στην Ρωσία τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τον διαχωρισμό των λαών, και επαγωγικά τη διάσπαση των δυνάμεων που συνέθεταν το ίδιο το κράτος.

Αξίζει να αναφερθεί ότι τον 18ο αιώνα στην Ρωσία παρατηρείται ενεργητική κι επιτυχής διαδικασία διαμόρφωσης της ρωσικής υπερεθνικής κοινωνικοπολιτικής ταυτότητας. Η διαδικασία αυτή σηματοδοτήθηκε από τον Μεγάλο Πέτρο και υποστηρικτές της ήταν γνωστές προσωπικότητες όπως οι Λομονόσωφ, Τατίσεφ, Καραμζίν και άλλοι.

Τον 19ο αιώνα όμως, λόγω των προαναφερθέντων περιστάσεων,  παρατηρήθηκε στροφή από την ρωσική υπερεθνική ταυτότητα στην ρωσική εθνική ταυτότητα.

Την ίδια περίοδο στο Νέο Κόσμο εξελισσόταν η διαδικασία της διαμόρφωσης αμερικανικής υπερεθνικής κοινωνικοπολιτικής ταυτότητας, η οποία συνεχίζει με επιτυχία να ακολουθείται έως και σήμερα, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην περίπτωση της Ρωσίας, διότι αυτή υπέστη δύο μεγάλες πτώσεις με καταστροφικές συνέπειες κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα

Κομμουνισμός

Τα γεγονότα του 1917, στην αρχή το πραξικόπημα του Φεβρουαρίου και στη συνέχεια η Επανάσταση του Οκτωβρίου, σηματοδότησαν την επικράτηση του Κομμουνισμού, της νέας ιδεολογίας στην Ρωσία.

Ο Κομμουνισμός κληρονόμησε από τις προγενέστερες ιδεολογίες και εφάρμοσε στην Σοβιετική Ένωση δύο αντίθετα μοντέλα. Συγκεκριμένα, στην σφαίρα της κοινωνικής πολιτικής, από την βυζαντινή ιδεολογία «δανείστηκε» το μοντέλο της διαμόρφωσης υπερεθνικής σοβιετικής ταυτότητας, ενώ στην σφαίρα της διοικητικής και εδαφικής οργάνωσης, από την πανσλαβιστική ιδεολογία «υιοθέτησε» το μοντέλο του διαχωρισμού των λαών βάσει της εθνικής τους ταυτότητας.

Και τα δυο αυτά μοντέλα λειτούργησαν και παρήγαγαν αποτελέσματα τον 20ό αιώνα. Έτσι κατά την εξωτερική πολιτική κρίση του 1941-1945, προβλήθηκε η βυζαντινή ιδεολογία, όταν η υπερεθνική σοβιετική ταυτότητα κατάφερε να ανατρέψει την εξωτερική απειλή. Ενώ το 1991 όταν η Σοβιετική Ένωση βρέθηκε αντιμέτωπη με την εσωτερική πολιτική κρίση, τότε δηλαδή που οι ίδιες οι μείζονες διοικητικές χωρικές υποδιαιρέσεις οι οποίες δημιουργήθηκαν βάσει της εθνικής ταυτότητας αποτέλεσαν απειλή για το κράτος προκρίθηκε το μοντέλο που «υιοθετήθηκε» από την πανσλαβιστική ιδεολογία. Μετά και αυτό οι εν λόγο υποδιαιρέσεις εξελίχτηκαν σε κυρίαρχα εθνικά κράτη, σηματοδοτώντας την διάλυση της ΕΣΣΔ, η οποία επισφραγίστηκε από τις τρεις σλαβικές δημοκρατίες την Λευκορωσία, Ουκρανία και την Ρωσία. 

Στην εξωτερική πολιτική μία από τις συνέπειες της κυριαρχίας του Πανσλαβισμού ήταν η εκβολή της Ελλάδας από την σφαίρα των ενδιαφερόντων της Ρωσίας, αλλά και η διαμόρφωση της αρνητικής εικόνας του Έλληνα και της Ελλάδας στο περιβάλλον της ρωσικής ελίτ*.

Στα Βαλκάνια η πολιτική γραμμή ευνόησε τη Βουλγαρία, αλλά, ήδη από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο η Βουλγαρία, η οποία όφειλε την ανεξαρτησία της στην Ρωσία, συντάχθηκε στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο η Βουλγαρία ξανά βρέθηκε στο αντίπαλο στρατόπεδο. Το ίδιο έπραξαν και οι δυτικοί Σλάβοι, οι Σλοβάκοι και στους δύο πολέμους. Σήκωσαν τα όπλα και «δάγκωσαν» το χέρι που για δεκαετίες τους προστάτευε.

Εντελώς διαφορετικά εξελίχτηκαν οι σχέσεις της Ρωσίας με τους Έλληνες. Από την εποχή των Ορλοφικών και μέχρι σήμερα οι Έλληνες και οι Ρώσοι δεν διασταύρωσαν ποτέ ξίφη σε πεδίο μάχης. Κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο οι Έλληνες απ’ όλα τα μέρη της ελεύθερης αλλά και υπόδουλης τότε Ελλάδας συγκεντρώθηκαν και πολέμησαν με αυθύπαρκτα ένοπλα σώματα ως εθελοντές στο πλευρό της Ρωσίας, αφήνοντας πολλούς νεκρούς στο πεδίο της μάχης. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όπως και στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα και η Ρωσία ήταν σύμμαχοι και οι δύο χώρες πολεμούσαν κατά του κοινού εχθρού. Η συμβολή μάλιστα της Ελλάδας στην καθυστέρηση των επιχειρήσεως της ναζιστικής Γερμανίας κατά της Ρωσίας, τότε αναγνωρίστηκε, χαιρετίσθηκε και υμνήθηκε από τη Σοβιετική Ρωσία. Αλλά τα κράτη φαίνεται ότι ξεχνούν γρήγορα.

Συνοψίζοντας, τα αποτελέσματα της εποχής του Πανσλαβισμού και του Κομμουνισμού, παρατηρούμε ότι στην πραγματικότητα ο βασικός στόχος του Πανσλαβισμού, δηλαδή η δημιουργία των σλαβικών κρατών υλοποιήθηκε σχεδόν κατά 100%, με την διαφορά, ότι τα περισσότερα απ’ αυτά τα κράτη ιδρύθηκαν μεν με το  ουσιαστικό ενδιαφέρον και την αρωγή της Ρωσίας, δεν ενώθηκαν όμως ποτέ με αυτή, δεν την βοήθησαν σε δύσκολές της στιγμές και τουναντίον βρέθηκαν ενίοτε και απέναντί της.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να εστιάσω στο γεγονός του πόση δύναμη μπορεί να έχει μία ιδέα. Μπορούσε άραγε ο κροάτης καθολικός, να υποθέσει, ότι η ιδέα του θα υλοποιηθεί από τους θρησκευτικούς του αντιπάλους, τους ορθόδοξους Ρώσους, προς βλάβη του ίδιου του κράτους τους, τη Ρωσία; Είναι σχεδόν σίγουρο πως όχι, όπως δεν μπορούσαν να το αντιληφθούν και οι οπαδοί του Πανσλαβισμού στην Ρωσία. Επέλεξαν να παίζουν ένα «παιχνίδι» το οποίο, τελικά, δεν τους άφησε πολλά κέρδη στο τραπέζι.

Υποσημειώνουμε εδώ ότι κατά τη γνώμη μας η συνειδητοποίηση της λανθασμένης επιλογής δεν έχει γίνει αντιληπτή ακόμη, ούτε και σήμερα. Αποτέλεσμα αυτής της «επιλογής», του Πανσλαβισμού, είναι το ότι ιδεολογικά κι εδαφικά η Ρωσία «οπισθοδρόμησε» στις αρχές του 18ου αιώνα, βρέθηκε δηλαδή και πάλι στην εποχή του Μεγάλου Πέτρου, δηλαδή στην αρχή της εποχής που άκμασε η βυζαντινή ιδεολογία. Δηλαδή, τόσος χρόνος και χώρος χαμένος από δύο λανθασμένες επιλογές!

Από το 1991 ξεκίνησε μία νέα φάση της ιστορίας της Ρωσίας. Στο άρθρο 12, εδάφιο 2 του Συντάγματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας αναφέρεται, ότι «Καμία ιδεολογία δεν μπορεί να καθιερώνεται με την ιδιότητα της κρατικής και υποχρεωτικής». Στην πραγματικότητα δεν είναι απαραίτητο η ιδεολογία να αναφέρεται στο Σύνταγμα, αλλά και αυτό δεν σημαίνει ότι η σύγχρονη ιστορία της Ρωσίας εξελίσσεται έκτος των αξόνων οι οποίοι τέθηκαν από τις προγενέστερες ιδεολογίες.

Με την διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ. και την ίδρυση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, έγινε και πάλι επίκαιρη και άρχισε να χρησιμοποιείται η ρωσική υπερεθνική κοινωνικοπολιτική ταυτότητα, η οποία είναι ευχερώς αποδεκτή από τους λαούς της Ρωσίας. Η σύσταση των ομοσπονδιακών περιφερειών αποτελεί ένα βήμα για την δημιουργία υπερεθνικών χωρικών διοικητικών μονάδων στόχος των οποίων είναι η πρόληψη της απειλής διαιρετικών φαινομένων με εθνικά κριτήρια και προσδοκίες κατάσταση η οποία κληρονομήθηκε από το κομμουνιστικό παρελθόν. Ταυτόχρονα, η Ρωσία περνά από το στάδιο μιας ελαφράς μορφής εθνικισμού ως παλίνδρομο σύνδρομο του Πανσλαβισμού.

Επίλογος

Κλείνουμε εδώ το κείμενο αυτό με ένα σχόλιο. Παρατηρώντας τις αντίστοιχες εξελίξεις στις Η.Π.Α. βλέπουμε ότι εδώ και 250 χρόνια με επιτυχία εφαρμόζεται το μοντέλο της υπερεθνικής ταυτότητας το οποίο αποσκοπεί, μεταξύ άλλων και στην ελαχιστοποίηση των εσωτερικών «τριβών». Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το σχέδιο για τη δημιουργία της ευρωπαϊκής ταυτότητας βρίσκεται ακόμη σε νηπιακό στάδιο.

Και η Ρωσία στο ίδιο στάδιο βρίσκεται. Εκεί τίθεται το ζήτημα της επιλογής μεταξύ του υπερεθνικού και του εθνοφυλετικού μοντέλου. Το πρώτο μοντέλο, όποτε ακολουθήθηκε οδήγησε στην σε βάθος χρόνου ενίσχυση και ανάπτυξη του κράτους, ενώ το δεύτερο προκάλεσε φαινομενικά μία (βραχυπρόθεσμη) ενίσχυση, μετά την οποία αναπόφευκτα ακολούθησε, και μάλιστα σε πολύ συντομότερο χρόνο, η εσωτερική κοινωνικοπολιτική κρίση και η διάλυση.

Αγαθάγγελος Γκιουρτζίδης

5 Οκτωβρίου. Μόσχα.

Δ’ Ελληνορωσικό φόρουμ.


[1] Απόσπασμα από την επιστολή της Βασίλισσας Όλγας προς τον ανιψιό της  αυτοκράτορα της Ρωσίας Νικόλαο Β΄. Βλ. Соколовская О.В., Греческая королева Ольга Константиновна – «Под молотом судьбы», Москва, 2011, стр. 39 // ГАРФ. Ф. 660 Оп. 2 Д. 231. №17. Боржом 5/18 Сентября 1901.

[2] Хорошкевич А. Л. Символы русской государственности. — М.: Издательство МГУ, 1993. Стр. 40

[3] Шубинский С.Н. Исторические очерки и рассказы.. — 6-е изд.. — СПб., 1911, С. 44−51.

[4] Соловьёв А.В. Византийское имя России // «Византийский временник». — 1957. — № 12. — С. 134−155. De Cerim., II, cap. 15 (Bonnae, 1829, p. 594 sq); De admin, imperio, cap. 9 (Bonnae, 1840, p. 74 sq.).


Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *